ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΣΥΝΕΣΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

  

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ

 

Ἐὰν θέλης νὰ βοηθήσης τὴν Ἐκκλησία, εἶναι καλύτερα νὰ κοιτάξης νὰ διορθώσης τὸν ἑαυτό σου, παρὰ νὰ κοιτᾶς νὰ διορθώσης τοὺς ἄλλους. Ἂν διορθώσης τὸν ἑαυτό σου, ἀμέσως διορθώνεται ἕνα κομματάκι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν φυσικὰ αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλοι, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἦταν διορθωμένη. Ἀλλὰ σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται μὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Γιατὶ τὸ νὰ ἀσχολῆσαι μὲ τὸν ἑαυτό σου ἔχει κόπο, ἐνῶ τὸ νὰ ἀσχολῆσαι μὲ τοὺς ἄλλους εἶναι εὔκολο.

 

Ἐὰν ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν διόρθωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ στραφοῦμε πιὸ πολὺ στὴν «ἐσωτερικὴ» δράση παρὰ στὴν ἐξωτερική, δίνοντας τὰ πρωτεῖα στὴν θεία βοήθεια, θὰ βοηθήσουμε τοὺς ἄλλους περισσότερο καὶ θετικώτερα. Ἐπιπλέον θὰ ἔχουμε καὶ τὴν ἐσωτερική μας γαλήνη, ἡ ὁποία θὰ βοηθάη ἀθόρυβα τὶς ψυχὲς ποὺ θὰ συναντᾶμε, γιατὶ ἡ ἐσωτερικὴ πνευματικὴ κατάσταση προδίδει τὴν ἀρετὴ τῆς ψυχῆς καὶ ἀλλοιώνει ψυχές. Ὅταν ἐπιδίδεται κανεὶς στὴν ἐξωτερικὴ δράση, πρὶν φθάση στὴν λαμπικαρισμένη ἐσωτερικὴ πνευματικὴ κατάσταση, μπορεῖ νὰ κάνη κάποιον πνευματικὸ ἀγώνα, ἀλλὰ ἔχει στενοχώρια, ἄγχος, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεό, καὶ συχνὰ χάνει τὴν ἠρεμία του. Ἐὰν δὲν κάνη καλὸ τὸν ἑαυτό του, δὲν μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ εἶναι καθαρό. Ὅταν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν παλαιό του ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ καθετὶ κοσμικό, ἔχει πλέον τὴν θεία Χάρη, ὁπότε καὶ ὁ ἴδιος ἀναπαύεται, ἀλλὰ καὶ κάθε εἴδους ἄνθρωπο ἀναπαύει. Ἂν ὅμως δὲν ἔχη Χάρη Θεοῦ, δὲν μπορεῖ οὔτε στὸν ἑαυτό του νὰ ἐπιβληθῆ οὔτε τοὺς ἄλλους νὰ βοηθήση, γιὰ νὰ φέρη θεῖο ἀποτέλεσμα. Πρέπει νὰ βουτηχθῆ στὴν Χάρη καὶ ὕστερα νὰ χρησιμοποιηθοῦν οἱ ἁγιασμένες πλέον δυνάμεις του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων.

 

 

  

ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΚΑΛΟ ΤΡΟΠΟ

 

(Ὅταν ἔχω νὰ ἀντιμετωπίσω ἕνα πρόβλημα) Σκέφτομαι τί γίνεται, τί δὲν γίνεται ἀνθρωπίνως. Τὸ ἐξετάζω ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές. «Θὰ κάνω αὐτό· τί ἀντίκτυπο θὰ ἔχη ἐκεῖ, ἐκεῖ;... Τί κακὸ μπορεῖ νὰ κάνη ἢ σὲ τί μπορεῖ νὰ ὠφελήση;». Ἐγὼ πάντα ἕνα πρόβλημα προσπαθῶ νὰ τὸ δῶ ἀπὸ πολλὲς πλευρές, ὥστε ἡ λύση ποὺ θὰ δώσω νὰ εἶναι, ὅσο γίνεται, πιὸ σωστή. Γιατὶ μπορεῖ νὰ γίνουν πολλὰ λάθη, ἂν δὲν προσέξη κανείς. Ἂν καταλάβη ἐκ τῶν ὑστέρων τί ἔπρεπε νὰ κάνη, δὲν ὠφελεῖ, γιατὶ πάει, πέταξε, ὅπως λένε, τὸ πουλί! Ἂς ποῦμε, δὲν πρόσεξε κάποιος καὶ ἔκαψε ἕνα σπίτι. Καλά, ἐντάξει, δὲν τὸν κρεμάει κανείς, ἀλλὰ τὸ κακὸ ἔγινε.

 

Κάπου εἶχαν ἕνα πρόβλημα. Ἦρθε ὁ ὑπεύθυνος καὶ μοῦ λέει: «Ἔ, τώρα τακτοποιήθηκε τὸ θέμα. Πῆγα, βρῆκα τὸν τάδε, τὸν τάδε, τοὺς εἶπα αὐτὸ καὶ αὐτὸ καὶ τακτοποιήθηκε ἡ ὑπόθεση!». «Τώρα ἄρχισε τὸ πρόβλημα, τοῦ λέω. Ἐκεῖνο ποὺ ὑπῆρχε, δὲν ἦταν πρόβλημα. Τώρα ἄναψε ἡ φωτιά. Πρῶτα δυὸ καρβουνάκια ἦταν, καὶ αὐτὰ θὰ ἔσβηναν μόνα τους». Αὐτὸς νόμιζε ὅτι μὲ τὶς ἐνέργειές του εἶχε τακτοποιήσει τὴν ὑπόθεση καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἐπαινέσουμε κιόλας. Ἐνῶ, μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε, δημιούργησε μεγάλη φασαρία καὶ μεγάλωσε τὸ πρόβλημα.

 

Χρειάζεται πολλὴ προσοχή, σύνεση καὶ διάκριση, γιὰ νὰ γίνεται τὸ καλὸ μὲ καλὸ τρόπο καὶ νὰ ὠφελῆ, γιατὶ ἀλλιῶς, ἀντὶ νὰ ὠφελῆ, δαιμονίζει τὸν ἄλλον. Ὕστερα, κάτι ποὺ σκέφτεται κανεὶς νὰ κάνη, καλύτερα νὰ τὸ ἀφήνη νὰ ὡριμάση· γιατί, ἂν τὸ ἀγουροκόψη, ἀποφασίση δηλαδὴ βεβιασμένα, ἴσως νὰ ἔχη προβλήματα ἀργότερα καὶ νὰ βασανίζεται. Τὰ σοβαρὰ πράγματα, ὅταν καθυστεροῦν λίγο, προχωροῦν μετὰ γρήγορα καὶ σωστά. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἔχη ἐξυπνάδα, ἀλλὰ νὰ ἔχη καὶ κενοδοξία καὶ ἐγωισμό, καὶ νὰ προπορεύωνται αὐτὰ στὶς ἐνέργειές του καὶ νὰ μὴν προσέχη. Ἕνα σκυλὶ π.χ. στὸ κυνήγι, ὅταν προχωράη προσεκτικά, καὶ ἀπὸ ράτσα νὰ μὴν εἶναι, βρίσκει τὰ ἴχνη τοῦ λαγοῦ. Ἐνῶ ἄλλο ποὺ εἶναι ἀπὸ πολὺ καλὴ ράτσα καὶ ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, ὅταν βιάζεται, τρέχει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνέργεια πρὶν ἀπὸ σκέψη ἔχει ὑπερηφάνεια. Γι' αὐτὸ νὰ μὴ βιάζεται κανεὶς νὰ ἐνεργήση, ἀλλὰ νὰ σκέφτεται καὶ νὰ προσεύχεται προηγουμένως. Ὅταν προπορεύεται ἡ προσευχή, δὲν ἐνεργεῖ ὁ ἀφρὸς τοῦ μυαλοῦ, ἡ ἐλαφρότητα, ἀλλὰ τὸ ἁγιασμένο μυαλό.

 

Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι μερικὲς φορὲς κάνουμε σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Θεός· δὲν ἀφήνουμε τὸν Θεὸ νὰ ἐνεργήση. Ὁ Θεὸς ξέρει πῶς δουλεύει. Ἐνῶ ὑπάρχουν δηλαδὴ πνευματικὰ μέσα, γιὰ νὰ τακτοποιοῦνται οἱ δύσκολες καταστάσεις μὲ πνευματικὸ τρόπο, ἐμεῖς πᾶμε νὰ ἐνεργήσουμε κοσμικά. Ὅταν ἤμουν στὸ Σινᾶ, ἕνας Χότζας πήγαινε κάθε Παρασκευὴ μέσα στὸ μοναστήρι, ἀνέβαινε στὸν μιναρὲ ἑνὸς τζαμιοῦ ποὺ ἦταν ἐκεῖ καὶ φώναζε! Καὶ εἶχε μιὰ φωνή!... μέχρι ἐπάνω στὸ ἀσκητήριο τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης ἀκουγόταν. Ὕστερα τὸ μοναστήρι βρῆκε σὰν λύση νὰ κλείνουν τὴν πόρτα τὴν Παρασκευὴ ποὺ πήγαινε ὁ Χότζας, γιὰ νὰ μὴν μπαίνη μέσα – ἐγὼ δὲν τὸ ἤξερα. Μιὰ μέρα ποὺ κατέβηκα κάτω, βλέπω τὸν Χότζα ὀργισμένο. «Τώρα θὰ τοὺς δείξω ἐγώ, μοῦ λέει, ποὺ μοῦ ᾿κλεισαν τὴν πόρτα, γιὰ νὰ μὴν μπαίνω μέσα...». «Τὴν ἔκλεισαν, τοῦ λέω, γιὰ νὰ μὴν μποῦν οἱ γκαμῆλες. Δὲν πιστεύω ὅτι τὴν ἔκλεισαν, γιὰ νὰ μὴν μπῆς ἐσύ!». Μετὰ εἶπα κάτι γι' αὐτὸ στοὺς Πατέρες. Λέει ἕνας γραμματεύς: «Θὰ τοῦ δείξω ἐγὼ τοῦ Χότζα! Θὰ τοῦ βάλω μιὰ φλούδα. Θὰ γράψω στὴν Κυβέρνηση ὅτι ὁ Χότζας μᾶς πιέζει». «Κοίταξε, τοῦ λέω, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι φλούδα. Νὰ κάνουμε μιὰ ἀγρυπνία, νὰ ψάλουμε τὴν Ἀκολουθία τῶν Σιναϊτῶν Πατέρων, τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, καὶ νὰ ἀφήσουμε νὰ μιλήση ὁ Θεός. Θὰ πάω καὶ ἐγὼ ἐπάνω νὰ προσευχηθῶ». Εἶπα καὶ σὲ μερικοὺς Πατέρες νὰ προσευχηθοῦν, καὶ ἔτσι τοῦ ἦρθε ἕνα σκαμπίλι τοῦ Χότζα· σηκώθηκε, ἔφυγε, ἐξαφανίσθηκε! Γιατὶ καὶ τὴν πόρτα νὰ ἔκλειναν, μετὰ ἡ Κυβέρνηση θὰ ἐξακρίβωνε ὅτι δὲν εἶναι ἀλήθεια πὼς τοὺς πίεζε ὁ Χότζας καὶ θὰ εἶχαν φασαρίες. Θὰ ἔλεγε ὁ Χότζας ὅτι ἔκλεισαν τὴν πόρτα, ἐπειδὴ πήγαινε κάθε Παρασκευή, καὶ θὰ ἔκανε κακὸ στὸ μοναστήρι. Ἕνας ἄλλος παλιότερα εἶδε τὸ βουνὸ καὶ θέλησε νὰ κάνη ἐξοχικὸ πάνω στὴν κορυφὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης!... Ἔπαθε μιὰ ἀρρώστια, πάει, πέθανε. Ἦρθε τελευταῖα καὶ ἄλλος νὰ φτιάξη κάτι ἐκεῖ, πάει, πέθανε καὶ αὐτός. Γι' αὐτὸ καλύτερα εἶναι νὰ μὴ στηριζώμαστε μόνο στὶς δικές μας ἀνθρώπινες προσπάθειες, ἀλλὰ νὰ προσευχώμαστε καὶ νὰ ἀφήνουμε τὸν Θεὸ νὰ ἐνεργῆ.

 

 

  

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΜΕ ΔΙΑΚΡΙΣΗ

 

Χρειάζεται πολλὴ διάκριση καὶ θεῖο φωτισμὸ στὴν ἐποχή μας. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ σᾶς πῶ. Σὲ μιὰ περίπτωση, ὅπως ἔχω δεῖ, ὑπάρχουν πεντακόσιες ὑποπεριπτώσεις. Εἶναι μερικοὶ ποὺ μποροῦν νὰ διορθωθοῦν καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν διορθώνονται, καὶ μὲ μιὰ δική μας παρατήρηση μπορεῖ νὰ ἀντιδράσουν. Ἰδίως ἂν κάποιος ἔχη ἐγωισμὸ καὶ τὸν θίξης, ἀντιδρᾶ ἄσχημα. Ἐνῶ καταλαβαίνει πολλὲς φορὲς ὅτι σφάλλει, ἀπὸ ἐγωισμὸ δὲν ὑποχωρεῖ. Καὶ ὅταν τὰ ἐλατήριά μας δὲν εἶναι ἁγνά, δηλαδὴ μαζὶ μὲ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπάρχη καὶ ὑπερηφάνεια, καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι καθαρή, δημιουργεῖται στὸν ἄλλο μεγάλη ἀντίδραση.

 

Ὅταν ἐλέγχουμε κάποιον ἀπὸ ἀγάπη, μὲ πόνο, εἴτε τὴν καταλαβαίνει ὁ ἄλλος τὴν ἀγάπη μας εἴτε ὄχι, ἡ ἀλλοίωση γίνεται στὴν καρδιά του, ἐπειδὴ κινούμαστε ἀπὸ καθαρὴ ἀγάπη. Ἐνῶ ὁ ἔλεγχος ποὺ γίνεται χωρὶς ἀγάπη, μὲ ἐμπάθεια, τὸν κάνει τὸν ἄλλο θηρίο, γιατὶ ἡ κακία μας προσκρούει στὸν ἐγωισμό του, καὶ τότε βγάζει σπίθες, καὶ ἀνάβει ἡ φωτιά, ὅπως ὅταν χτυπήση ὁ πυριόβολος – τὸ ἀτσάλι – στὴν στουρναρόπετρα. Ὅταν ἀνεχώμαστε τὸν ἀδελφό μας ἀπὸ ἀγάπη, ἐκεῖνος τὸ καταλαβαίνει. Καὶ ὅταν δὲν ἐκδηλώνεται ἡ κακία μας, ἀλλὰ εἶναι ἐσωτερική, πάλι τὴν καταλαβαίνει, γιατὶ τοῦ προκαλεῖ ταραχή· ὅπως ὁ διάβολος, ἀκόμη καὶ ὅταν παρουσιάζεται σὰν ἄγγελος φωτός, φέρνει ταραχή, ἐνῶ ὁ πραγματικὸς Ἄγγελος φέρνει μιὰ ἁπαλὴ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση.

 

Γίνονται καὶ πολλὲς παρεξηγήσεις· ἄλλα καταλαβαίνει ὁ ἕνας, ἄλλα ὁ ἄλλος. Νὰ ἐξετάζη ὅμως κανεὶς πάντοτε τὸν ἑαυτό του: «Γιατί θέλω νὰ τὸ πῶ αὐτό; Ἀπὸ ποῦ ξεκινῶ; Πονάω γι᾿ αὐτὸ ἢ θέλω νὰ τὸ πῶ, γιὰ νὰ φανῶ καλός, νὰ ἐπιδειχθῶ;». Ἂν κανεὶς ἐξαγνισθῆ, τότε, εἴτε θυμώση εἴτε φωνάξη εἴτε κάνη μιὰ παρατήρηση, τὰ ἐλατήριά του θὰ εἶναι ἁγνά. Μετὰ πᾶνε ὅλα κανονικά, ἐπειδὴ κινεῖται μὲ διάκριση. Γιατὶ διάκριση εἶναι ὁ ἐξαγνισμός, ὁ θεῖος φωτισμός, ἡ πνευματικὴ διαύγεια. Ἑπομένως πῶς νὰ ὑπάρχη ἐγωισμὸς ἐκεῖ μέσα; Καὶ ὅταν τὰ ἐλατήρια εἶναι ἁγνά, ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάπαυση. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ διακρίνετε ἂν ἡ κάθε ἐνέργειά σας εἶναι καλή.

 

Πολλὲς φορὲς δὲν καταλαβαίνετε ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο λέτε κάτι στὸν ἄλλον ἔχει ὕφος διευθυντοῦ: «Ἔτσι καὶ ἔτσι πρέπει νὰ γίνη αὐτό». Μπαίνει ὁ ἐγωισμὸς καὶ τὸν τινάζετε τὸν ἄλλο στὸν ἀέρα. Ἂν ὑπάρχουν ἁγνὰ ἐλατήρια καὶ ταπείνωση, ἡ παρατήρηση βοηθάει τὸν ἄλλο· διαφορετικά, μπαίνει ὁ ἐγωισμὸς καὶ φέρνει ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Νὰ βγάλετε τὸν ἑαυτό σας, τὸν ἐγωισμό σας, ἀπὸ τὶς ἐνέργειές σας. Τότε θὰ κινῆσθε ὅλο ἀπὸ ἁγνὰ ἐλατήρια. Ἡ ἀδιάκριτη συμπεριφορὰ τὶς περισσότερες φορὲς κάνει μεγαλύτερο κακὸ ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τῶν τρελλῶν ποὺ ἔχουν τὸ ἀκαταλόγιστο καὶ σπάζουν κεφάλια, διότι οἱ ἀδιάκριτοι μὲ τὰ κοφτερά τους λόγια πληγώνουν εὐαίσθητες ψυχὲς καὶ πολλὲς φορὲς τὶς τραυματίζουν θανάσιμα, γιατὶ τὶς φέρνουν σὲ ἀπόγνωση.

 

Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ συμπεριφέρονται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρὸς ὅλους. Δὲν μποροῦμε ὅμως σὲ μιὰ δακτυλήθρα νὰ βάλουμε ὅσο βάζουμε σὲ ἕνα βαρέλι· ἢ νὰ φορτώσουμε ἕνα βόδι ὅσο ἕνα ἄλογο. Τὸ βόδι εἶναι γιὰ νὰ τραβάη τὸ ἀλέτρι· δὲν γίνεται νὰ τοῦ βάλουμε σαμάρι καὶ νὰ τὸ φορτώσουμε. Τὸ ἄλογο πάλι κακῶς τὸ βάζουμε στὸ ἀλέτρι, γιατὶ εἶναι γιὰ νὰ σηκώνη βάρος. Γιὰ ἄλλη δουλειὰ εἶναι τὸ ἕνα, γιὰ ἄλλη τὸ ἄλλο. Νὰ μὴ θέλουμε νὰ βάλουμε ὅλον τὸν κόσμο στὸ δικό μας καλούπι. Ὁ καθένας ἔχει τὸ δικό του. Νὰ παραβλέπουμε καὶ μερικά, ὅταν δὲν βλάπτουν. Ἐὰν μποροῦσαν νὰ μποῦν σὲ τάξη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σ᾿ αὐτὴν τὴν ζωή, δὲν θὰ γίνονταν ἀταξίες καὶ θὰ ἦταν καὶ ἐδῶ Παράδεισος. Νὰ μὴν ἔχουμε λοιπὸν ἀπαιτήσεις παράλογες ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

 

 

  

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

 

Ὁ κόσμος πάει ἄσχημα σήμερα, γιατὶ ὅλοι λένε μεγάλες «ἀλήθειες», ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται ὅμως στὴν πραγματικότητα. Τὰ γλυκὰ λόγια καὶ οἱ μεγάλες ἀλήθειες ἔχουν ἀξία, ὅταν βγαίνουν ἀπὸ ἀληθινὰ στόματα, καὶ πιάνουν τόπο μόνο στοὺς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους καὶ σ' ἐκείνους ποὺ ἔχουν καθαρὸ νοῦ.


Ἡ κοσμικὴ εἰλικρίνεια ἔχει ἀδιακρισία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀλήθεια· ἀλλά, ἂν πῆς καμμιὰ φορὰ τὴν ἀλήθεια χωρὶς διάκριση, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀλήθεια. Π.χ. εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ τάδε εἶναι βλαμμένος. Ἂν πᾶς ὅμως νὰ τὸ πῆς αὐτό, δὲν ὠφελεῖς. Ἢ ἄλλος λέει: «Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, θὰ πάω νὰ ἁμαρτήσω στὴν πλατεία». Αὐτὸ δὲν εἶναι εἰλικρίνεια. Ὅποιος ἔχει πολλὴ διάκριση, ἔχει ἀρχοντικὴ ἀγάπη, θυσία καὶ ταπείνωση, καὶ τὴν πικρὴ ἀκόμη ἀλήθεια τὴν λέει μὲ πολλὴ ἁπλότητα καὶ τὴν γλυκαίνει μὲ τὴν καλωσύνη του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὠφελῆ πιὸ θετικὰ ἀπὸ τὰ γλυκὰ λόγια, ὅπως τὰ πικρὰ φάρμακα ὠφελοῦν περισσότερο ἀπὸ τὰ γλυκὰ σιρόπια.

 

Ἡ ἀλήθεια, ὅταν χρησιμοποιῆται χωρὶς διάκριση, μπορεῖ νὰ κάνη ἔγκλημα. Μερικοὶ ἐνεργοῦν ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας καὶ ἐγκληματοῦν. Ὅταν κανεὶς ἔχη εἰλικρίνεια χωρὶς διάκριση, μπορεῖ νὰ κάνη διπλὸ κακό· πρῶτα στὸν ἑαυτό του καὶ ὕστερα στοὺς ἄλλους, γιατὶ αὐτὴ ἡ εἰλικρίνεια δὲν ἔχει σπλάχνα. Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πράγματι εἰλικρινής, ἂς ξεκινήση νὰ εἶναι εἰλικρινὴς πρῶτα μὲ τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ξεκινάει ἡ πνευματικὴ εἰλικρίνεια. Ὅταν κανεὶς δὲν εἶναι εἰλικρινὴς μὲ τὸν ἑαυτό του, κοροϊδεύει καὶ ἀδικεῖ τοὐλάχιστον μόνον τὸν ἑαυτό του. Ὅταν ὅμως συμπεριφέρεται χωρὶς εἰλικρίνεια πρὸς τοὺς ἄλλους, ἁμαρτάνει θανάσιμα, γιατὶ κοροϊδεύει τοὺς ἄλλους.

 

Ἡ εὐθύτητα, ἔτσι ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦν πολλοί, ἔχει ἕνα νομικὸ πνεῦμα. «Εἶμαι εὐθύς, λένε, "κηρύττω ἐπὶ τῶν δωμάτων" (1)», καὶ κάνουν τὸν ἄλλον ρεζίλι, ἀλλὰ τελικὰ γίνονται οἱ ἴδιοι ρεζίλι.

 

 

1) Βλ. Λουκ. 12, 3.

 

 

  

«ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΠΟΚΤΕΙΝΕΙ»

ΑΣ ΜΗΝ ΠΕΤΡΟΒΟΛΑΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ

 

Εἶπα σὲ κάποιον μιὰ φορά: «Τί εἶσαι ἐσύ; Μαχητὴς τοῦ Χριστοῦ ἢ μαχητὴς τοῦ πειρασμοῦ; Ξέρεις πὼς ὑπάρχουν καὶ μαχητὲς τοῦ πειρασμοῦ;». Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ εἶναι φανατικός, ἀλλὰ νὰ ἔχη ἀγάπη γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὅποιος πετάει λόγια ἀδιάκριτα, καὶ σωστὰ νὰ εἶναι, κάνει κακό. Γνώρισα ἕναν συγγραφέα ποὺ εἶχε εὐλάβεια πολλή, ἀλλὰ μιλοῦσε στοὺς κοσμικοὺς μὲ μιὰ γλῶσσα ὠμή, ποὺ προχωροῦσε ὅμως σὲ βάθος, καὶ τοὺς τράνταζε. Μιὰ φορὰ μοῦ λέει: «Σὲ μιὰ συγκέντρωση εἶπα αὐτὸ καὶ αὐτὸ σὲ μιὰ κυρία». Ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τῆς τὸ εἶπε, τὴν εἶχε σακατέψει. Τὴν πρόσβαλε μπροστὰ σὲ ὅλους. «Κοίταξε, τοῦ λέω, ἐσὺ πετᾶς στοὺς ἄλλους χρυσὰ στεφάνια μὲ διαμαντόπετρες, ἔτσι ὅμως ποὺ τὰ πετᾶς, σακατεύεις κεφάλια, ὄχι μόνον εὐαίσθητα ἀλλὰ καὶ γερά». Ἂς μὴν πετροβολᾶμε τοὺς ἀνθρώπους... χριστιανικά. Ὅποιος ἐλέγχει μπροστὰ σὲ ἄλλους κάποιον ποὺ ἁμάρτησε ἢ μιλάει μὲ ἐμπάθεια γιὰ κάποιο πρόσωπο, αὐτὸς δὲν κινεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· κινεῖται ἀπὸ ἄλλο πνεῦμα. Ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀγάπη· διαφέρει ἀπὸ τὸν τρόπο τῶν νομικῶν. Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὰ πάντα μὲ μακροθυμία καὶ κοιτάζει νὰ βοηθήση τὸν καθέναν, ὅ,τι καὶ ἂν ἔχη κάνει, ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἂν εἶναι.

 

Βλέπω σὲ μερικοὺς εὐλαβεῖς ἕνα εἶδος παράξενης λογικῆς. Καλὴ εἶναι ἡ εὐλάβεια ποὺ ἔχουν, καλὴ καὶ ἡ διάθεση γιὰ τὸ καλό, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ πνευματικὴ διάκριση καὶ εὐρύτητα, γιὰ νὰ μὴ συνοδεύη τὴν εὐλάβεια ἡ στενοκεφαλιά, ἡ γεροκεφαλιὰ (τὸ γερὸ δηλαδὴ ἀρβανίτικο κεφάλι). Ὅλη ἡ βάση εἶναι νὰ ἔχη κανεὶς πνευματικὴ κατάσταση, γιὰ νὰ ἔχη τὴν πνευματικὴ διάκριση, γιατὶ ἀλλιῶς μένει στὸ «γράμμα τοῦ νόμου», καὶ τὸ «γράμμα τοῦ νόμου ἀποκτείνει». Αὐτὸς ποὺ ἔχει ταπείνωση, δὲν κάνει ποτὲ τὸν δάσκαλο· ἀκούει καί, ὅταν τοῦ ζητηθῆ ἡ γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτὲ δὲν λέει «ἐγώ», ἀλλὰ «ὁ λογισμὸς μοῦ λέει» ἢ «οἱ Πατέρες εἶπαν». Μιλάει δηλαδὴ σὰν μαθητής. Ὅποιος νομίζει ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ διορθώνη τοὺς ἄλλους ἔχει πολὺ ἐγωισμό.

 

Εἶναι ὁ ἐγωισμὸς μέσα στὴν ἐνέργειά του αὐτὴ καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνει, γιατὶ δὲν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, γι' αὐτὸ πιάνει τὰ ἄκρα. Πολλὲς φορὲς ἀπὸ εὐλάβεια ξεκινοῦν μερικοί, ἀλλὰ ποῦ φθάνουν! Ὅπως οἱ εἰκονολάτρες καὶ οἱ εἰκονομάχοι. Ἄκρη τὸ ἕνα, ἄκρη τὸ ἄλλο! Οἱ μὲν ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ξύνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ρίχνουν τὴν σκόνη μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο, γιὰ νὰ γίνη καλύτερη ἡ Θεία Κοινωνία· οἱ ἄλλοι πάλι ἔκαιγαν τὶς εἰκόνες, τὶς πετοῦσαν... Γι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάσθηκε νὰ βάλη ψηλὰ τὶς εἰκόνες καί, ὅταν πέρασε ἡ διαμάχη, τὶς κατέβασε χαμηλά, γιὰ νὰ τὶς προσκυνοῦμε καὶ νὰ ἀπονέμουμε τιμὴ στὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα.

 

 

  

ΟΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΟ

 

Ὅ,τι κάνει ὁ ἄνθρωπος, νὰ τὸ κάνη γιὰ τὸν Θεό. Ξεχνᾶμε τὸν Θεὸ καὶ μπαίνει μετὰ ὁ λογισμὸς ὅτι κάνουμε κάτι σπουδαῖο, μπαίνει καὶ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια καὶ κοιτᾶμε νὰ μὴν ξεπέσουμε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ἐνῶ, ἂν ἐνεργῆ κανεὶς μὲ τὴν σκέψη ὅτι ὁ Θεὸς τὸν βλέπει, τὸν παρακολουθεῖ, τότε ὅ,τι κάνει εἶναι σίγουρο· ἀλλιῶς, ἂν κάνη κάτι, γιὰ νὰ φανῆ καλὸς στοὺς ἀνθρώπους, ὅλα τὰ χάνει, ὅλα χαραμίζονται. Γιὰ κάθε ἐνέργειά του ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ρωτάη τὸν ἑαυτό του: «Καλά, ἐμένα αὐτὸ ποὺ κάνω μὲ ἀναπαύει· τὸν Θεὸ Τὸν ἀναπαύει;» καὶ νὰ ἐξετάζη ἂν εἶναι εὐάρεστο στὸν Θεό. Ἂν ξεχνάη νὰ τὸ κάνη αὐτό, ξεχνάει καὶ τὸν Θεὸ μετά. Γι' αὐτὸ παλιὰ ἔλεγαν «πρὸς Θεοῦ» ἢ «τὸν ἀθεόφοβο, δὲν φοβᾶται τὸν Θεό;». Ἢ ἔλεγαν: «Ἂν θέλη ὁ Θεός, ἂν ἐπιτρέψη ὁ Θεός». Ἔνιωθαν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ παντοῦ, εἶχαν συνέχεια μπροστά τους τὸν Θεὸ καὶ πρόσεχαν. Ζοῦσαν αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ψαλμός, «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ἵνα μὴ σαλευθῶ» (1) καὶ δὲν σαλεύονταν. Τώρα, βλέπεις, μπαίνει σιγὰ-σιγὰ τὸ εὐρωπαϊκὸ τυπικὸ καὶ πολλοὶ δὲν κάνουν τὸ στραβὸ ἀπὸ εὐγένεια κοσμική. Ὅ,τι κάνει κανείς, νὰ τὸ κάνη καθαρὸ γιὰ τὸν Χριστό, νὰ ἔχη τὸν νοῦ του ὅτι ὁ Χριστὸς τὸν βλέπει, τὸν παρακολουθεῖ· σὲ κάθε του κίνηση κέντρο νὰ εἶναι ὁ Χριστός. Νὰ μὴν ἔχη τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο μέσα του. Ἂν κινούμαστε μὲ σκοπὸ νὰ ἀρέσουμε στοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸ δὲν μᾶς ὠφελεῖ σὲ τίποτε. Χρειάζεται πολλὴ προσοχή. Πάντοτε νὰ ἐξετάζω τὰ ἐλατήρια ἀπὸ τὰ ὁποῖα κινοῦμαι καί, μόλις ἀντιληφθῶ ὅτι κινοῦμαι ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, νὰ τὴν χτυπῶ ἀμέσως. Γιατί, ὅταν πάω νὰ κάνω ἕνα καλὸ καὶ μπαίνη στὴν μέση ἡ ἀνθρωπαρέσκεια, ἔ, τότε βγάζω νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι μὲ τρύπιο κουβᾶ.

 

Τοὺς περισσότερους πειρασμοὺς συχνὰ τοὺς δημιουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ὅταν ἔχουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα στὴν συνεργασία μας μὲ τοὺς ἄλλους. Ὅταν δηλαδὴ κινούμαστε ἀπὸ ἰδιοτέλεια, θέλουμε νὰ ἐξυψώνουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ἐπιδιώκουμε τὴν προσωπική μας ἱκανοποίηση. Στὸν Οὐρανὸ δὲν ἀνεβαίνει κανεὶς μὲ τὸ κοσμικὸ ἀνέβασμα ἀλλὰ μὲ τὸ πνευματικὸ κατέβασμα. Ὅποιος βαδίζει χαμηλά, βαδίζει πάντα μὲ σιγουριὰ καὶ ποτὲ δὲν πέφτει. Γι᾿ αὐτό, ὅσο μποροῦμε, νὰ ξερριζώνουμε τὴν κοσμικὴ προβολὴ καὶ τὴν κοσμικὴ ἐπιτυχία, ἡ ὁποία εἶναι πνευματικὴ ἀποτυχία. Νὰ σιχαινώμαστε τὸν κρυφὸ καὶ φανερὸ ἐγωισμὸ καὶ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια, γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε εἰλικρινὰ τὸν Χριστό. Τὴν ἐποχή μας δὲν τὴν χαρακτηρίζει τὸ ἀθόρυβο ἀλλὰ τὸ ἐντυπωσιακό, τὸ κούφιο. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ὅμως εἶναι ἀθόρυβη. Καλὰ εἶναι νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ εἶναι γιὰ τὰ μέτρα μας σωστά, ἀθόρυβα, χωρὶς ἐπιδιώξεις πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, γιατὶ ἀλλιῶς θὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς ψυχῆς μας καὶ τοῦ σώματος, καὶ συχνὰ εἰς βάρος καὶ τῆς Ἐκκλησίας.

 

Μέσα στὴν γνήσια εὐαρέστηση τοῦ πλησίον μας ὑπάρχει καὶ ἡ εὐαρέστηση στὸν Χριστό. Ἐκεῖ χρειάζεται νὰ προσέξη κανείς, πῶς νὰ ἐξαγνίση τὴν εὐαρέστηση πρὸς τὸν πλησίον, νὰ βγάλη δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια, γιὰ νὰ πάη καὶ αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη προσφορὰ στὸν Χριστό. Ὅταν προσπαθῆ κάποιος νὰ τοποθετήση τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα δῆθεν μὲ ὀρθόδοξο τρόπο, καὶ ὁ σκοπός του εἶναι νὰ τοποθετήση καλύτερα τὸν ἑαυτό του, ἀποβλέπη δηλαδὴ στὸ συμφέρον του, πῶς θὰ εὐλογηθῆ ἀπὸ τὸν Θεό; Ὅσο μπορεῖ κανεὶς νὰ κάνη τὴν ζωή του τέτοια ποὺ νὰ συγγενεύη μὲ τὸν Θεό. Πάντα νὰ ἐλέγχη τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ κοιτάζη πῶς νὰ κάνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κάνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε συγγενεύει μὲ τὸν Θεό, καὶ τότε, χωρὶς νὰ ζητάη ἀπὸ τὸν Θεό, λαμβάνει· δέχεται συνέχεια νερὸ ἀπὸ τὴν πηγή.

 

 

1) Βλ. Ψαλμ. 15, 8.

 

 

  

ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΟΥΜΕ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ

 

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἕνα καὶ ἔχει πολλὰ χαρίσματα. Δὲν εἶναι ἄλλο ἐδῶ καὶ ἄλλο ἐκεῖ. Δὲν εἶναι πνεῦμα συγχύσεως, ἀλλὰ ἀγάπης, εἰρήνης... Ὅταν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι χτυπιοῦνται, αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐπίδραση πολλῶν ἄλλων πνευμάτων, ποὺ δὲν ἔχουν καμμιὰ σχέση μὲ τὸ ἕνα Ἅγιο Πνεῦμα. Παλιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα φώτιζε, ὑπαγόρευε. Μεγάλη ὑπόθεση! Σήμερα δὲν βρίσκει προϋποθέσεις, γιὰ νὰ κατεβῆ. Ἡ βαβυλωνία στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ἀθώα. Ζητοῦσες λ.χ. λάσπη καὶ σοῦ ἔφερναν ἄχυρα. Τώρα ἔχουμε βαβυλωνία μὲ πάθη. Ζητᾶς λάσπη καὶ σοῦ ρίχνουν τοῦβλο στὸ κεφάλι. Ἂν ὅμως ὁ ἄνθρωπος βγάζη τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε ἐνέργειά του καὶ κόβη τὸ θέλημά του, τότε δουλεύει σωστά, καὶ τότε θὰ ἔχη ὁπωσδήποτε θεῖο φωτισμὸ καὶ θὰ ὑπάρχη πνεῦμα συνεννοήσεως. Γιατί, ὅταν βγάζη τὴν δική του ἰδέα, ἔρχονται θεῖες ἰδέες.

 

Πρέπει νὰ ἀποκτήση κανεὶς αἰσθητήριο πνευματικό, γιὰ νὰ ἔχη καὶ τὸν θεῖο φωτισμό. Εἶναι βασικὸ νὰ γίνη αὐτὴ ἡ δουλειά, γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι μερικὰ πράγματα. Ἰδίως στὴν ἐποχή μας αὐτὸ μᾶς τὸ ἐπιβάλλουν οἱ περιστάσεις. Βλέπετε, καὶ στὴν Μικρὰ Ἀσία, τότε σ' ἐκεῖνα τὰ δύσκολα χρόνια, τοὺς ἀνάγκαζε ἡ κατάσταση καὶ ἔπαιρνε στροφὲς τὸ μυαλό τους. Μπορεῖ δύο Ἕλληνες νὰ ἦταν μπροστὰ σὲ Ἀρμενίους καὶ Τούρκους καὶ συνεννοοῦνταν, χωρὶς νὰ καταλάβουν τίποτε οὔτε οἱ Ἀρμένιοι οὔτε οἱ Τοῦρκοι. Γιὰ ἕναν λόγο παραπάνω σήμερα ποὺ βλέπεις σὲ τί κατάσταση ζοῦμε, εἶναι ἀνάγκη οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι νὰ συνεννοοῦνται. Θὰ ἔρθουν δύσκολα χρόνια. Πρέπει νὰ παίρνη στροφὲς τὸ μυαλό. Ἂν δὲν παίρνη στροφὲς τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν ὑπάρχη καὶ θεῖος φωτισμός, τότε σὲ κάθε περίπτωση πρέπει νὰ παίρνη ἐντολὴ πῶς νὰ κινηθῆ. Μὴν περιμένετε νὰ σᾶς τὰ ποῦν ὅλα. Μερικὰ πράγματα, χωρὶς νὰ σᾶς τὰ ποῦν, μόνες σας πρέπει νὰ τὰ καταλαβαίνετε.

 

Θυμᾶμαι, μιὰ φορὰ στὴν Κόνιτσα, πρὶν πάω στρατιώτης, εἴχαμε μάθει ὅτι ἔρχονταν οἱ ἀντάρτες. Ἤμασταν τέσσερις – οἱ τρεῖς ἦταν Μουσουλμάνοι – καὶ  κρυφτήκαμε σὲ ἕνα τούρκικο σπίτι ποὺ ἦταν στὴν ἄκρη τῆς πόλης. Ἕνα Τουρκάκι πέντε χρονῶν κατάλαβε καὶ μᾶς λέει: «Πᾶτε μαγειγειό, βγῶ ἔτσω ᾿γώ». Μπήκαμε λοιπὸν στὸ μαγειρειό, βγήκαμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἔτσι προλάβαμε νὰ κρυφτοῦμε σὲ κάτι ἀποθῆκες πιὸ κάτω. Αὐτὸ βγῆκε ἔξω καὶ εἶπε στοὺς ἀντάρτες ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς μέσα καὶ ἔφυγαν. Παιδάκι πέντε χρονῶν, τόσο δά, νὰ μὴν ξέρη νὰ μιλήση, καὶ εἴδατε πόσο συνετὰ φέρθηκε! Πά, πά, σπίρτο ἦταν! Βλέπεις, παρατηροῦσε, ἀγαποῦσε, ἐνῶ ἕνας μεγάλος μπορεῖ ἀπὸ ἀπερισκεψία νὰ ἔκανε κακό. Ἐμεῖς βαπτισμένοι, μυρωμένοι, μὲ κατηχήσεις, μὲ μελέτες, νὰ μὴ μένουμε σὲ ὑπανάπτυκτη, νηπιώδη κατάσταση. Νὰ εἶστε ξεφτέρια. Ξέρετε ποιά εἶναι ξεφτέρια; Τὰ Ἑξαπτέρυγα. Ἔχουν ἕξι φτερὰ καὶ τὰ χτυποῦν ψάλλοντας τὸ «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος». Νὰ πετᾶτε, νὰ ἔχετε ἕξι φτερά!

 

 

  

Ο ΘΕΙΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ

 

Πολλὲς φορὲς λέω σὲ μερικούς: «Κανόνισε ὅπως σὲ φωτίση ὁ Θεός». Ὅταν λέω «ὅπως σὲ φωτίση ὁ Θεός», ἐννοῶ ὁ ἄνθρωπος νὰ δῆ τὰ πράγματα μὲ θεῖο φωτισμὸ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Νὰ μὴ νομίζη πὼς ὅ,τι ἀναπαύει ἐκεῖνον εἶναι καὶ ἡ φώτιση τοῦ Θεοῦ.

 

Ἂν ξεσκουριάσουμε τὰ καλώδια, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος γίνεται καλὸς ἀγωγὸς καὶ τότε περνάει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ δέχεται τὸ θεῖο φῶς τῆς Χάριτος. Ἀλλιῶς γίνονται βραχυκυκλώματα καὶ δὲν ἐνεργεῖ ἡ Χάρις. Ὅλη ἡ βάση εἶναι νὰ προσέξη ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν τὸν ἐγκαταλείψη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχη τὸν θεῖο φωτισμό. Γιατί, ἂν δὲν ὑπάρχη θεῖος φωτισμός, ὅλα χαμένα εἶναι.

 

Τί τράβηξε ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς Μαθητές, πρὶν τοὺς ἐπισκιάση ἡ Χάρις, γιατὶ ἦταν γήινοι! Πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ εἶχε δοθῆ ἐξουσία ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς Μαθητὲς νὰ βοηθοῦν τὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὅμως ἀκόμη τὸν θεῖο φωτισμὸ ποὺ πῆραν τὴν Πεντηκοστή. Ἐνῶ τοὺς ἔλεγε ὁ Χριστὸς ὅτι θὰ πάη στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ θὰ σταυρωθῆ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου κ.λπ., ἐκεῖνοι νόμιζαν ὅτι, ὅταν πάη στὰ Ἱεροσόλυμα, θὰ Τὸν κάνουν βασιλιά. Σκέφτονταν ἀνθρώπινα. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπασχολοῦσε ποιός θὰ καθήση δεξιὰ καὶ ποιός ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Πῆγε ἡ μητέρα τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ βάλη στὴν βασιλεία Του τὸ ἕνα παιδί της ἀπὸ τὰ δεξιά Του καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀριστερά Του (1)! Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς Πεντηκοστῆς ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς ἔστειλε τὸν Παράκλητο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶχαν πλέον οἱ Ἀπόστολοι μόνιμα τὴν θεία Χάρη. Προηγουμένως μόνο μερικὲς φορὲς εἶχαν θεῖο φωτισμό· ἦταν σὰν νὰ γέμιζε ἡ μπαταρία τους καὶ πάλι ἐξηντλεῖτο. Πάλι ἔπρεπε νὰ τὴν βάλουν στὴν μπρίζα, νὰ φορτισθῆ! Πάλι ἐξηντλεῖτο, πάλι στὴν μπρίζα! Ὅταν τοὺς ἔστειλε τὸν Παράκλητο, δὲν χρειαζόταν πιὰ ἡ... μπρίζα. Ὄχι ὅτι ἐμεῖς τώρα εἴμαστε καλύτεροι καὶ ἐκεῖνοι ἦταν χειρότεροι, ἀλλὰ ἐμεῖς ζοῦμε στὸν καιρὸ τῆς Χάριτος, γι' αὐτὸ δὲν ἔχουμε ἐλαφρυντικά. Εἴμαστε βαπτισμένοι, ἔχουμε καὶ τὸν Παράκλητο, τὰ ἔχουμε ὅλα. Τότε δὲν εἶχε σταυρωθῆ ἀκόμη ὁ Χριστός, καὶ εἶχε, κατὰ κάποιον τρόπο, ἐξουσία ὁ διάβολος καὶ εὔκολα παρέσυρε τοὺς ἀνθρώπους. Μετὰ τὴν Σταύρωση δόθηκε σ' ὅλους ἡ δυνατότητα ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ ἔχουν τὸν θεῖο φωτισμό. Θυσιάσθηκε ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς ἐλευθέρωσε. Βαπτισθήκαμε στὸ ὄνομά Του. Τὴν μπρίζα τὴν ἔχει συνέχεια βαλμένη. Τώρα ἐμεῖς γινόμαστε αἰτία νὰ μὴν περνάη τὸ ρεῦμα τῆς θείας Χάριτος, γιατὶ ἀφήνουμε τὰ καλώδιά μας σκουριασμένα.

 

(Γιὰ νὰ κατοικήση στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χρειάζονται) Ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιά, θυσία. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄχρηστος, ἅμα λείψη ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ φῶς, τὸ θεῖο φῶς. Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι. Ἂν κανεὶς δὲν βλέπη, μπορεῖ νὰ χτυπήση πάνω στὸ τζάμι, νὰ πέση σὲ κανέναν γκρεμὸ ἢ σὲ λάκκο ἢ σὲ ἀκαθαρσίες, καὶ σὲ βόθρο ἀκόμη. Δὲν βλέπει ποῦ πάει, γιατὶ στερεῖται τὸ φῶς. Ἅμα ὅμως βλέπη λίγο, προφυλάγεται· ἅμα βλέπη πιὸ πολύ, ἀποφεύγει ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους καὶ βαδίζει μὲ ἀσφάλεια στὸν δρόμο του. Καὶ γιὰ νὰ ᾿ρθῆ τὸ Φῶς, πρέπει νὰ θέλης νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ σκοτάδι. Καὶ λίγο θαμπὰ ἂν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, δὲν θὰ πέφτουν, καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ στενοχωριέται. Ἂν ἕνας πατέρας στενοχωριέται, ὅταν τὰ παιδιά του πέφτουν στὶς λάσπες, στὰ ἀγκάθια, στὸν γκρεμό, πόσο μᾶλλον ὁ Θεός!

 

Ὅλο τὸ κακὸ ποὺ γίνεται στὸν κόσμο, εἶναι γιατὶ λείπει ὁ θεῖος φωτισμός. Καὶ ὅταν λείπη ὁ θεῖος φωτισμός, βρίσκεται στὸ σκοτάδι ὁ ἄνθρωπος. Τότε ὁ ἕνας λέει «ἀπὸ ᾿δῶ θὰ πᾶμε», ὁ ἄλλος λέει «ὄχι, ἐγὼ ξέρω καλά· ἀπὸ ᾿δῶ θὰ πᾶμε», ὁ ἄλλος «ἀπὸ ᾿δῶ», ὁ ἄλλος «ἀπὸ ᾿κεῖ». Ὁ καθένας νομίζει ὅτι εἶναι καλὸ νὰ πᾶνε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ λέει αὐτός. Ὅλοι δηλαδὴ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸ καλό, ἀλλὰ βρίσκονται σὲ μιὰ θαμπομάρα καὶ δὲν μποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν. Ἂν δὲν ὑπῆρχε θαμπομάρα, δὲν θὰ μάλωναν· θὰ ἔβλεπαν τὸν καλύτερο δρόμο καὶ θὰ τραβοῦσαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὅλοι μπορεῖ νὰ κινοῦνται μὲ καλὴ διάθεση, ἀλλά, ἐπειδὴ ὑπάρχει θαμπομάρα, δημιουργοῦνται πολλὰ καὶ στὴν κοινωνία καὶ στὴν Ἐκκλησία. Τοὐλάχιστον στὴν Ἐκκλησία οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν κακὴ διάθεση, ἀλλὰ λείπει ὁ θεῖος φωτισμός. Γιὰ τὸ καλὸ ἀγωνίζονται, ἀλλὰ τελικὰ ποῦ καταλήγουν; Γι' αὐτὸ νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δίνη ἔστω καὶ λίγο θεῖο φωτισμό, γιατὶ ἀλλιῶς σὰν τὸν τυφλὸ θὰ σκοντάφτουμε. Στὴν Θεία Λειτουργία, ὅταν λέη ὁ ἱερέας «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν...», προσεύχομαι στὸν Θεὸ νὰ φωτίση τὸν κόσμο, γιὰ νὰ βλέπη. Λίγο νὰ φωτίση ὁ Θεός, νὰ φύγη τὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ μὴ σακατεύωνται πνευματικὰ οἱ ἄνθρωποι. Καὶ στὸν δεύτερο Ψαλμό, ποὺ ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης τὸν διάβαζε «γιὰ νὰ φωτίση ὁ Θεὸς αὐτοὺς ποὺ πηγαίνουν σὲ συνέδρια», λέω: «Νὰ φωτίση ὁ Θεὸς ὅλους τοὺς ἄρχοντες, μετὰ νὰ φωτίση τὴν Ἱεραρχία καὶ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, νὰ δέχωνται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸν κόσμο». Καὶ λίγο ἕναν νὰ φωτίση καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς κάνη δεκτικούς, ξέρετε τί καλὸ μπορεῖ νὰ γίνη; Μιὰ κουβέντα νὰ πῆ ἕνας ἄρχοντας, ὅλα ἀλλάζουν. Ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ θεῖο φωτισμὸ οἱ ἄνθρωποι.

 

Ὁ Καλὸς Θεὸς δίνει τὸν θεῖο φωτισμό Του σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀγαθὴ προαίρεση. Ἕνας δικαστικὸς μοῦ διηγήθηκε μιὰ περίπτωση ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ ἴδιος. Ἕναν μοναχὸ τὸν ἔστειλε τὸ μοναστήρι του μὲ πεντακόσιες λίρες νὰ ἀγοράση ἕνα κτῆμα. Πῆγε νὰ ρωτήση κάποιον ἔμπορο καὶ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ἄσ' τα σ' ἐμένα, γιὰ νὰ μὴν τὰ κουβαλᾶς». Τοῦ ἄφησε τὰ χρήματα. «Τί καλὸς ἄνθρωπος, εἶπε ὁ μοναχὸς μὲ ἕναν καλὸ λογισμό, μοῦ πῆρε καὶ τὸ βάρος». Ὅταν ἐπέστρεψε, δὲν τοῦ ἔδινε τὶς πεντακόσιες λίρες καὶ ἐπιπλέον ἔλεγε ὅτι τοῦ ἔδωσε καὶ ὀκτὼ ἑκατομμύρια! Ὁ καημένος ὁ μοναχὸς σκεφτόταν πῶς θὰ γυρίση στὸ μοναστήρι. Ἔδωσε τὶς πεντακόσιες λίρες καὶ δὲν πῆρε τίποτε, καὶ ἐπιπλέον ὁ ἄλλος τοῦ ζητοῦσε καὶ ὀκτὼ ἑκατομμύρια. Τὸ θέμα κατέληξε στὸ δικαστήριο. Στὴν δίκη, ὁ δικαστικὸς ἀπὸ μιὰ ἔμπνευση ποὺ εἶχε, ἔκανε μιὰ σειρὰ ἐρωτήσεων καὶ ἀποδείχθηκε ὅτι ὁ ἔμπορος ὄχι μόνο δὲν ἔδωσε τίποτε στὸν μοναχό, ἀλλὰ καὶ ὅτι τοῦ πῆρε καὶ τὶς λίρες. Διέκρινα σ᾿ αὐτὸν τὸν δικαστικὸ μιὰ κατάσταση σὰν τοῦ Προφήτη Δανιήλ (2)! Ἐπειδὴ εἶχε φόβο Θεοῦ, ὁ Θεὸς τὸν φώτισε καὶ ἐνήργησε σωστά.

 

Ὅλη ἡ βάση εἶναι ὁ θεῖος φωτισμός. Καὶ ἂν ἔρθη ὁ θεῖος φωτισμός, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναπαύει καὶ τὸ περιβάλλον του καὶ ὁ ἴδιος ἐξελίσσεται πνευματικά. Γι' αὐτὸ λέω ὅτι καλὰ εἶναι τὰ φῶτα καὶ τὰ πολύφωτα, οἱ ἐφευρέσεις τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ ἀνώτερο εἶναι τὸ θεῖο φῶς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει θεῖο φωτισμὸ βλέπει πολὺ καθαρὰ τὰ πράγματα, πληροφορεῖται χωρὶς ἀμφιβολία, καὶ οὔτε ἐκεῖνος κουράζεται, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους βοηθάει πολὺ θετικά.

 

1) Βλ. Ματθ. 20, 17–21.

2) Βλ. Δαν. 45–62, Σωσάννα.

 

 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ