ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ
Η ΔΙΚΑΙΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

  

Ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ

 

– Γέροντα, τί εἶναι ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ;

 – Ἡ δικαιοκρισία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μακροθυμία, ἡ ὁποία ἔχει μέσα καὶ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη. Ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ δίκαιος, ἀλλὰ καὶ πολυεύσπλαχνος, καὶ ἡ εὐσπλαχνία Του νικάει τὴν δικαιοσύνη Του. Θὰ σοῦ πῶ ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβης. Ἂν κάποιος ἄνθρωπος δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκούση ποτὲ γιὰ τὸν Θεό, αὐτὸς δὲν θὰ κριθῆ σύμφωνα μὲ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία θὰ βρισκόταν, ἂν εἶχε γνωρίσει τὸν Θεό. Γιατὶ ἀλλιῶς δὲν θὰ ἦταν δίκαιος ὁ Θεός. Ἡ θεία δικαιοσύνη ἔχει δικούς της μαθηματικοὺς ὅρους· τὸ ἕνα κι ἕνα ἄλλοτε κάνουν δύο καὶ ἄλλοτε δύο ἑκατομμύρια.

 

 – Γέροντα, πῶς ἐφαρμόζεται ἡ θεία δικαιοσύνη σὲ κάποιον ποὺ σφάλλει;

 – Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη λέει: Ἔσφαλες; Πρέπει νὰ τιμωρηθῆς. Ἡ θεία δικαιοσύνη λέει: Ἀναγνωρίζεις τὸ λάθος σου καὶ μετανοεῖς; Συγχωρεῖσαι. Βλέπεις, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νόμο δικάζεται μὲ ἐπιείκεια κάποιος ποὺ κάνει ἕνα ἔγκλημα, ὅταν μετανοῆ εἰλικρινὰ καὶ πάη μόνος του καὶ τὸ ὁμολογῆ, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει καμμία ὑποψία γιὰ τὸ πρόσωπό του. Καὶ ἂν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δικάζεται μὲ ἐπιείκεια, πόσο μᾶλλον ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτη καὶ πολυεύσπλαχνο Θεό!

Εἴμαστε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μᾶς παρακολουθεῖ μὲ ἀκρίβεια καὶ γνωρίζει τὴν καρδιὰ τοῦ καθενός. Δὲν θὰ μᾶς ἀδικήση. Ἀφοῦ ὑπάρχει θεία δικαιοσύνη καὶ θεία ἀνταπόδοση, καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει – τὸ κυριώτερο ἀπ᾿ ὅλα –, ὅ,τι καλὸ κάνει κανεὶς δὲν χάνεται. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι χαμένος, τελείως λειψός, ὅποιος ζητάει νὰ δικαιωθῆ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἔχω παρατηρήσει ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀδικηθῆ καὶ ἐφαρμόση τὴν θεία δικαιοσύνη, ὁ Θεὸς τὸν δικαιώνει ἀκόμη καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν ζωή. Θυμᾶμαι, στὸν στρατό, μετὰ τὸν πόλεμο, εἶχε ἔρθει ὁ στρατηγὸς νὰ δώση παράσημα. Ἐγὼ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔλειπα. Ὅταν φώναξε τὸ ὄνομά μου, βγῆκε ἕνας ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλία καὶ πῆρε ἐκεῖνος τὸ παράσημο. Οἱ ἄλλοι στρατιῶτες δὲν μίλησαν, γιατὶ τότε εἶχε φυλάκιση, ἂν ἔλεγες ψέματα. Ὅταν ἔφυγε ὁ στρατηγός, ἐκεῖνος κρύφτηκε, γιατὶ οἱ ἄλλοι θὰ τὸν σκότωναν στὸ ξύλο. Ὅταν ἐπέστρεψα, φοβόταν καὶ ἀπὸ μένα. Ἦρθε ἀπὸ ἐδῶ–ἀπὸ ἐκεῖ, ὁπότε μοῦ εἶπε: «Νὰ μὲ συγχωρέσης, ἔκανα αὐτὸ κι αὐτό». «Καλὰ ἔκανες καὶ τὸ πῆρες, τοῦ εἶπα· τί νὰ τὸ ἔκανα ἐγώ;». Τὸ φοροῦσε ὕστερα στὶς παρελάσεις. Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἔρχεται ἐδῶ στὸ Μοναστήρι ὁ στρατάρχης τῆς Πρώτης Στρατιᾶς ἀπὸ τὴν Θεσσαλία καὶ μοῦ φέρνει ἕνα παράσημο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὅταν τὸ εἶδα, μοῦ ἦρθε νὰ γελάσω. Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια! Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση: ἀπὸ τὴν Θεσσαλία ἦταν ἐκεῖνος ὁ στρατιώτης, ἀπὸ τὴν Θεσσαλία ἦρθε καὶ ὁ στρατάρχης! Βλέπετε πῶς γίνεται! Ἐνῶ, ὅταν ζητᾶμε νὰ δικαιωθοῦμε, χάνουμε τελικὰ καὶ αὐτὰ ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἄλλη ζωή, ἂν ἀδικηθοῦμε. Γιὰ χαμένα πράγματα δηλαδὴ χάνουμε τὰ σπουδαιότερα, τὰ αἰώνια. Γιατὶ αὐτὰ ἐδῶ ἔτσι κι ἀλλιῶς χαμένα εἶναι, τί νὰ τὰ κάνουμε;

 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Γ'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ